θερμαστής


θερμαστής
ο [θερμαίνω]
ειδικός τεχνίτης επιφορτισμένος να συντηρεί και να ρυθμίζει τη φωτιά σε λέβητες ή καμίνους πλοίων, βιομηχανικών εγκαταστάσεων, κ.λπ.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θερμαστής — ο αυτός που φροντίζει για τη συντήρηση της φωτιάς στις ατμομηχανές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Fourni (Ägäis) — Gemeinde Fourni Korseon Δήμος Φούρνων Κορσεών …   Deutsch Wikipedia

  • ανθρακίτης — Ποικιλία ορυκτού άνθρακα. Έχει μαύρο γυαλιστερό χρώμα και βρίσκεται μέσα σε πολύ παλαιά πετρώματα του παλαιοζωικού αιώνα. Καίγεται με φλόγα αδύνατη, παράγει ελάχιστα πτητικά προϊόντα (καπνιά) και αναπτύσσει κατά μέσο όρο 8.500 θερμίδες. Η μεγάλη… …   Dictionary of Greek

  • θερμαίνω — (ΑΜ θερμαίνω) 1. κάνω θερμό κάτι, ζεσταίνω (α. «θερμαίνω νερό» β. «ἥλιος θερμαίνων χθόνα», Ευρ.) 2. ενισχύω, εμψυχώνω (α. «τόν θέρμανε η συζήτηση». β. «θερμαίνει φιλότατι νόον», Πίνδ.) 3. παθ. θερμαίνομαι α) είμαι ή γίνομαι θερμός, προσλαμβάνω… …   Dictionary of Greek

  • θερματικά — (Μ) επίρρ. με ζέση, με ζήλο. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. αντί *θερμαστικά < αμάρτυρο επίθ. *θερμαστικός (< θερμαστής)] …   Dictionary of Greek

  • καμινευτής — ο θηλ. καμινεύτρια (Α καμινευτής, θηλ. καμινεύτρια) [καμινεύω] αυτός που εργάζεται σε καμίνι, θερμαστής, εργάτης καμινιού, καμινάρης αρχ. επιγρ. ιερατικό αξίωμα στην Όστια τής Ιταλίας …   Dictionary of Greek

  • καμινεύς — καμινεύς, ὁ (Α) [καμινεύω] αυτός που εργάζεται σε καμίνι ή που μεταχειρίζεται καμίνι για την εργασία του, θερμαστής, καμινάρης …   Dictionary of Greek

  • καύστης — καύστης, δωρ. τ. καύστας, ό (ΑΜ) [καίω] 1. αυτός που φλέγει, που καίει 2. αυτός που τήκει, που λειώνει κάτι («χωνευτάς, καύστας, χαλκέας, μεταλλευτάς», Πρόκλ.) 3. θερμαστής καμινιού, καμινοκαύστης …   Dictionary of Greek

  • σκωριολόγχη — η, Ν λοστός που καταλήγει σε πεπλατυσμένο άκρο και με τον οποίο ο θερμαστής απομακρύνει από την εσχάρα τού ατμολέβητα τη συσσωρευμένη σκωρία. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκωρία + λόγχη] …   Dictionary of Greek

  • καμινευτής — ο εργάτης του καμινιού, θερμαστής: Κάποτε ήταν καμινευτής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.